
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
info@advendure.com
Στην Φλωρεντία δεν βρέθηκε μόνο το Advendure για το Firenze Urban Trail 2016, αλλά και άλλοι φίλοι Έλληνες αθλητές και αθλήτριες, οι οποίοι δοκίμασαν τις δυνάμεις τους σε κάποιους από τους αγώνες της διοργάνωσης και μάλιστα με πολύ καλά αποτελέσματα. Φιλοξενούμε σήμερα τις εντυπώσεις τους, ώστε κλείνοντας την συμμετοχή μας ως χορηγοί επικοινωνίας στην όμορφη αυτή διοργάνωση στην Ιταλική πόλη της Αναγέννησης να υπάρχει μια συνολική εικόνα, αλλά και μια πιο προσωπική ματιά, που θα βοηθήσει άλλους Έλληνες αθλητές που θα θελήσουν να συμμετάσχουν στο μέλλον!
Με μια πινελιά από την παλέτα του Botticelli!
Λεζπουρίδης Θεοχάρης, Ψιάνου Κωνσταντία και Κωνσταντούλα Ματίνα.
Όταν βρίσκεσαι σε μια πόλη σαν τη Φλωρεντία, που ακόμη ζει στους ρυθμούς της Αναγέννησης, είναι δύσκολο να δεις τα πράγματα διαφορετικά, πιο σύγχρονα και όχι ρομαντικά! Ο αγώνας “Firenze Urban Trail” είναι ένα έργο τέχνης, που δεν μοιάζει με αυτά που συνήθως έχουμε στο μυαλό μας. Σαν ζωγράφος, που κρύβει στους πίνακες του συναισθήματα και ερμηνείες, αυτοί που τον φιλοτέχνησαν θέλησαν να δείξουν μια άλλη πλευρά της πόλης σε ‘μας, κάτι το διαφορετικό που δεν έχει ο καθένας την ευκαιρία να δει. Και το πέτυχαν!
Το ταξίδι στην Φλωρεντία ήταν αυτό που θα έλεγε κάποιος “Μπαμ-μπαμ”. Αποφασίστηκε την τελευταία στιγμή, κάναμε κράτηση για ξενοδοχείο την προηγούμενη μέρα και ετοιμάσαμε βαλίτσες λίγες ώρες πριν την αναχώρηση για το αεροδρόμιο! Ευτυχώς που είχα προλάβει να κλείσω τα αεροπορικά εισιτήρια σε αρκετά καλή τιμή. Μια μέρα αφιερωμένη στα τουριστικά αξιοθέατα και τις γκαλερί της Φλωρεντίας και άλλη μία στον “3ο Firenze Urban Trail Race”. Όλα έγιναν, λοιπόν, με μια ανάσα ακριβώς όπως και ο νυχτερινός αγώνας των 13 χιλιομέτρων τη νύχτα του Σαββάτου. Μάλιστα, είχε προηγηθεί και μια ισχυρή καταιγίδα, το απόγευμα της ίδιας μέρας, που μας χάλασε τη διάθεση και γέμισε νερά όλα τα πλακόστρωτα σοκάκια της πόλης και λάσπη τα μονοπάτια από τα πάρκα. Όμως, ακόμη και αν ο καιρός επέλεξε να μην είναι σύμμαχός μας, εμείς ξαναβρήκαμε το κέφι μας και αφού αλλάξαμε και φορέσαμε τα “τρεξιματικά” μας ρούχα βρεθήκαμε στην “Piazza Santa Croce”, την μεγάλη πλατεία όπου θα δινόταν η εκκίνηση και όπου δέσποζε η “Βασιλική του Τίμιου Σταυρού”. Λησμόνησα να σας αναφέρω πως σε αυτό το ταξίδι δεν ήμουν μόνος. Η σύζυγος μου αποφάσισε όχι μόνο να με συνοδέψει αλλά και να συμμετάσχει σε αυτήν τη μεγάλη γιορτή! Φυσικά, δεν θα έτρεχε αυτήν τη φορά αλλά θα έπαιρνε μέρος στα 10 χιλιόμετρα “Nordic & Fit Walking” που πραγματοποιούταν ταυτόχρονα με τον αγώνα των 13 χιλιομέτρων ακολουθώντας την ίδια, αλλά πιο σύντομη, διαδρομή.

Η “Πλατεία Santa Croce” ήταν φωταγωγημένη και παρόλο που είχε γεμίσει πολύχρωμους δρομείς δεν δυσκολευτήκαμε να βρούμε άλλο ένα ελληνόπουλο που είχε αποφασίσει να τρέξει στο νυχτερινό αγώνα των 13 χιλιομέτρων. Αυτή ήταν η Ματίνα Κωνσταντούλα με σήμα κατατεθέν το καπελάκι με την ελληνική σημαία! Η Ματίνα, που ξεκίνησε πρόσφατα το τρέξιμο, θα λάμβανε μέρος μόνο το Σάββατο το βράδυ, καθώς την Κυριακή έπρεπε να αναχωρήσει για Ελλάδα. Αναμνηστικές φωτογραφίες και κάπου εκεί διαπιστώνω πως η βροχή έχει σταματήσει εντελώς! Χαμογελάω και τρέχω αμέσως να αφήσω το αδιάβροχό μου στο χώρο με τα αποδυτήρια για τον οποίο είχε μεριμνήσει η διοργάνωση. Στην επιστροφή συναντώ τη γυναίκα μου που φωνάζει “Γρήγορα!” διότι όλοι είχαν μαζευτεί κάτω από τη φουσκωτή αψίδα και ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν. Είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι στην εκκίνηση κάποιου αγώνα με τόσους πολλούς συναθλητές γύρω μου! Για ένα-δυο λεπτά προσπαθούσα να στριμωχτώ ανάμεσά τους και να περάσω πιο μπροστά μα το μόνο που κατάφερα τελικά ήταν να φτάσω μέχρι τη μέση.
Μολονότι η ιταλική, αντίστροφη μέτρηση είχε τελειώσει εγώ βρισκόμουν ακόμα ακίνητος περιμένοντας να φύγουν οι μπροστινοί μου! Ένιωσα σαν να είμαι μποτιλιαρισμένος με το αυτοκίνητο και ενώ ο σηματοδότης είναι πράσινος να μην κινείται κανείς! “Τι θα γίνει ρε παιδιά, θα ξεκινήσουμε καμιά φορά;”… Χρειάστηκε να περάσει μισό λεπτό μέχρι να αρχίσω να τρέχω και αυτό γιατί στον νυχτερινό αγώνα συμμετείχαν 920 δρομείς! “Επιτέλους!”, σκέφτηκα γιατί τα πόδια μου δεν κρατιόντουσαν άλλο. Στα πρώτα χιλιόμετρα μέχρι το “Pallazo Pitti” θυμάμαι να προσπερνώ αδιάκοπα αθλητές. Ζιγκ-ζαγκ από εδώ, πέρα-δώθε από εκεί και παραλίγο ένα ζευγάρι τουρίστες που κόντεψα να πέσω πάνω τους και να τους περιμαζέψω! Φτάνοντας στην κεντρική πύλη του ανάκτορου τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα κι εγώ μπορούσα επιτέλους να τρέξω πιο ξέγνοιαστα και να απολαύσω τη διαδρομή! Πίσω από το ανάκτορο απλωνόταν ο “Κήπος του Μπόμπολι”, ένας κήπος γεμάτος σιντριβάνια, αγάλματα και πανύψηλους, περιποιημένους θάμνους που έπαιζαν το ρόλο τειχών και μου έδιναν την εντύπωση, εκείνη τη στιγμή, πως έτρεχα μέσα σε ένα μαγεμένο λαβύρινθο! Για να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι άλλες εικόνες περισσότερο από την νυχτερινή Φλωρεντία, ίσως μονάχα την “Piazzale Michelangelo ”, μια υπερυψωμένη πλατεία, από την αντίπερα όχθη του ποταμού Άρνου, όπου η θέα προς την πόλη σε προστάζει να σταθείς και να θαυμάσεις αυτό το αναγεννησιακό κόσμημα που ονομάζεται Φλωρεντία! Ακόμη και με μια φευγαλέα ματιά μπορείς να διακρίνεις ολοκάθαρα τον εντυπωσιακό τρούλο του καθεδρικού ναού “Santa Maria del Fiore”, που βρίσκεται στην πλατεία “Duomo”, και ξεχωρίζει απ’ όλα τα άλλα κτίρια της πόλης. Ή το “Παλαιό” παλάτι, “Pallazo Vecchio”, και τον επιβλητικό πύργο με τις οχυρώσεις και το μεγάλο ρολόι, που μετρούσε μαζί μας το χρόνο μέχρι τον τερματισμό.
Ολόκληρος ο αγώνας, λοιπόν, εκτυλίχθηκε πολύ γρήγορα κι εγώ σπάνια έπαιρνα από μπροστά μου το βλέμμα μου διότι τα βρεγμένα πλακόστρωτα, τα γλιστερά σκαλοπάτια και τα λασπωμένα, κατηφορικά μονοπάτια έκρυβαν αρκετούς κινδύνους και μου εφιστούσαν την προσοχή. Ευτυχώς που υπήρχαν δεκάδες, πραγματικά, εθελοντές σε κάθε στροφή ή διασταύρωση και σου έδειχναν το σωστό δρόμο ενώ την ίδια στιγμή σε παρακινούσαν να συνεχίσεις γρηγορότερα. Αν δεν ήταν αυτοί όλο και κάποιο σημάδι θα είχα χάσει κοιτώντας πού να πατήσω για να μη γλιστρήσω. Υπάρχει, επίσης, και κάτι που μου έκανε αρκετή εντύπωση. Οι περισσότεροι Ιταλοί δρομείς, τουλάχιστον αυτοί με τους οποίους πήγαινα αρκετά κοντά, ήταν πολύ ανταγωνιστικοί. Κάθε φορά που με προσπερνούσαν γύριζαν συνεχώς το κεφάλι τους για να ελέγξουν πόσο πίσω ήμουν. Και να πεις ότι παλεύαμε για την πρωτιά… Παρόλα αυτά εγώ είχα βάλει στο μάτι έναν, τον οποίο ονόμασα “Grillo 65” γιατί αυτό έγραφε στην μπλούζα του, και σε κάθε ανηφόρα του έκανα καζούρα! Ο “Grillo 65” που λέτε ήταν μισή ριξιά άνθρωπος, αδύνατος και με αεροδυναμικό κεφάλι, πήγαινε όμως σφαίρα και αυτό φαινόταν και από τον τρόπο που έτρεχε, ασφαλτάκιας! Με το που πιάναμε ευθεία εξαφανιζόταν! Ωστόσο στις ανηφόρες γονάτιζε και κάπου εκεί καθώς πήγαινε σκυφτός περνούσα εγώ, τον χτυπούσα στην πλάτη και του φώναζα “Forza my friend!”. Μετά τον προσπερνούσα και έφευγα. Το έκανα αυτό μια-δυο φορές και μάλλον τον τσάτισα γιατί όταν τερματίσαμε πήγα να τον συγχαρώ που με προσπέρασε στο τέλος και αυτός δεν μου είπε τίποτα. Ούτε ένα “Bravo” ρε αδερφέ, μονάχα μια κρύα χειραψία. Έκατσα λίγο να ξαποστάσω και ο νους μου, τώρα που είχε ηρεμήσει, πήγε απευθείας στη γυναίκα μου. “Άραγε τι να κάνει τώρα; Πού να βρίσκεται;”, σκέφτηκα. Στο πρώτο ερώτημα είχα απάντηση “Με βρίζει…”, στο δεύτερο ένας απλός υπολογισμός της ώρας με βοήθησε να προσδιορίσω την τοποθεσία της. Παρακάτω βρίσκονται γραμμένες οι δικές τις σκέψεις και συναισθήματα όπως αυτή τα βίωσε!
Κάποια στιγμή ένιωσα σαν Ιταλίδα που κατοικούσε στη Φλωρεντία! Ο βραδινός περίπατος στα σοκάκια και τα στενά της πόλης, δίπλα από πανέμορφα αξιοθέατα αλλά και διασχίζοντας μέρη που δεν είχαν κάποιο τουριστικό ενδιαφέρον με έκανε να πιστέψω πως γνώριζα την πόλη απ’ έξω κι ανακατωτά! Και έπειτα ήταν και αυτή η υπέροχη, νυχτερινή θέα της πόλης από ψηλά που μαγνήτιζε το βλέμμα. Τι κρίμα να μην έχω παρέα να μοιραστώ αυτές τις εικόνες… (Η παρένθεση είναι δική μου για να πω ότι δεν χρειάζεται πάντα να τρέχουμε σε κάποιον αγώνα, και ένας περίπατος είναι αρκετός μερικές φορές για να περάσεις ωραία!) Παρότι τα 10 χιλιόμετρα είναι μια απόσταση που μπορεί να περπατήσει ο καθένας, είχα πατήσει και μια πέτρα, μέσα στα σκοτάδια, και αυτό μου χαλούσε το ρομαντισμό! Οι εθελοντές ήταν πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουν, αλλά αυτοί στους οποίους έπεσα εγώ, μονάχα στα ιταλικά γιατί κάθε φορά που ρωτούσα πόσο έχω ακόμα μου απαντούσαν “Vai, Forza!”. Κούτσα-κούτσα και Forza-forza, λοιπόν, έφτασα κι εγώ στο τέρμα!
Πριν όμως τερματίσει η γυναίκα μου είδα το καπελάκι με την ελληνική σημαία να περνάει την αψίδα του τερματισμού! Η Ματίνα είχε μόλις τελειώσει τον αγώνα της και όταν τη ρώτησα πώς νιώθει, αυτή ήταν η απάντηση που πήρα…
Ένας δρόμος αντοχής, 13 χιλιομέτρων, είναι μια πρόκληση για έναν αρχάριο δρομέα όπως είμαι εγώ, πόσο μάλλον όταν γνωρίζεις ότι θα τρέξεις μέσα στην νύχτα σε μία από τις ομορφότερες πόλεις του κόσμου, που είναι γεμάτη μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς τα οποία σε συντροφεύουν σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Ίσως να μην μπορεί κανείς να περιγράψει την εμπειρία ενός δρομικού αγώνα ανάμεσα σε στενά και ανηφορικά καλντερίμια, μουσεία, πλατείες, αγάλματα , παλάτια, κήπους, σιντριβάνια και μικρά αλσύλλια. Σε κάθε γωνία ήθελα να σταματήσω για να φωτογραφήσω την απίστευτη θέα που μου χάριζε απλόχερα αυτή η
πόλη και συγχρόνως κοίταζα το ρολόι για να πείσω τον εαυτό μου να συνεχίσει. Μα πώς να συνεχίσω όταν η πόλη απλώνεται στα πόδια μου, και τα μάτια μου δεν χορταίνουν αυτήν την ακαταμάχητη θέα; Όμως ο αγώνας συνεχίζεται και ο χρόνος τρέχει αμείλικτος και εσύ πρέπει να συνεχίσεις. Έχεις αρχίσει και να κουράζεσαι και θέλεις να φτάσεις στο μεγάλο φινάλε. Και όταν αυτό έρχεται, νιώθεις ευτυχισμένος, όχι τίποτα άλλο μόνο αυτό, ΕΥΤΥΧΙΑ…
Η επιστροφή στο ξενοδοχείο, το βράδυ του Σαββάτου, έγινε μέσα από μια πόλη που έσφυζε από ζωή και έμοιαζε να έχει μόλις ξεκινήσει τη μέρα της παρότι είχε νυχτώσει για τα καλά! Κάθε πλακόστρωτο και κάθε σοκάκι είχε το δικό του ρυθμό, που χτυπούσε δυνατά σαν ζωντανή καρδιά, κι εγώ ζήλευα που δεν είχα τη δυνατότητα να το ζήσω όλο αυτό διότι έπρεπε να επιστρέψω στο ξενοδοχείο και να ετοιμαστώ για τον αυριανό αγώνα urban trail των 45 χιλιομέτρων. Εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε με τη Νάντια σαν πουλάκια! Βοήθησε, φυσικά, και η ένταση του αγώνα που είχε προηγηθεί. Τι κρίμα που το ξυπνητήρι μου θα χαλούσε αυτόν τον παραμυθένιο λήθαργο στις 06:30 για να μου θυμίσει πως πρέπει να σηκωθώ και να ετοιμαστώ…
Αντίθετα με το βράδυ που πέρασε, η Φλωρεντία ήταν σιωπηλή τόσο νωρίς το πρωί. Ο κόσμος που πηγαινοερχόταν στο δρόμο ήταν λιγοστός και από αυτούς οι περισσότεροι φορούσαμε κοντά παντελονάκια, αθλητικά παπούτσια και κατευθυνόμασταν ξανά στην πλατεία “Santa Croce” για μια ακόμη εκκίνηση. Φτάνοντας στην πλατεία “Duomo” και στον καθεδρικό ναό “Santa Maria del Fiore” κοντοστάθηκα για να θαυμάσω αυτό το μεγαλούργημα! Οτιδήποτε παραμένει ίδιο όπως την πρώτη μέρα της δημιουργίας του είναι άξιο θαυμασμού! Η λεπτομέρεια των γλυπτών στην πρόσοψη του ναού σου προκαλεί δέος ενώ ο πανύψηλος πύργος του καμπαναριού, δίπλα ακριβώς, σου κόβει την ανάσα! Βγάζω μερικές φωτογραφίες στα γρήγορα και φεύγω για το χώρο της εκκίνησης.
Ο καιρός είναι κρύος και ο ουρανός συννεφιασμένος! Τα πλακόστρωτα δρομάκια έχουν ακόμη νερά από τη χθεσινή καταιγίδα. Μολονότι σκέφτομαι πως τα μονοπάτια θα είναι μέσα στη λάσπη, τίποτα δεν μπορεί να με προετοιμάσει για αυτό που θα συναντήσω. Τη σκέψη μου διακόπτει ο Δημήτρης Τρουπής και η Κατερίνα Κουκάκη που βρίσκονταν επίσης εκεί για τους αγώνες των 45 και 30 χιλιομέτρων αντίστοιχα. “Καλημέρα!” μου φωνάζουν κι εγώ δίχως καθυστέρηση τους προσκαλώ για μια αναμνηστική φωτογραφία λίγα λεπτά πριν την έναρξη!

Ο ιταλός εκφωνητής έχει αρχίσει να λέει τα δικά του και πάλι καθώς όλοι οι αθλητές συγκεντρωνόμαστε κάτω από τη φουσκωτή αψίδα. Καμιά σχέση με τον πανικό που γινόταν χθες, σήμερα είχα άπλα ρε παιδί μου! Παρόλα αυτά δεν πηγαίνω μπροστά και παραμένω λίγο πιο πίσω με τον Δημήτρη και την Κατερίνα, στους οποίους εύχομαι καλή επιτυχία! Με το τέλος της αντίστροφης μέτρησης ξεχυνόμαστε για άλλη μια φορά στα στενάκια της πόλης. Το σκηνικό είναι εντελώς διαφορετικό! Εκεί που χθες τη νύχτα όλοι χειροκροτούσαν, σαν περνούσες από δίπλα τους, τώρα είναι σιωπηλοί, “παγωμένοι” και σε κοιτάζουν απλά. Μάλλον χρειάζονται ένα φραπέ, ή καλύτερα έναν εσπρέσο για να τους ξυπνήσει. Θυμάμαι, μάλιστα, τον Δημήτρη να παραδέχεται ότι του κάνει μεγάλη εντύπωση αυτή η στάση του κόσμου.

Τα πρώτα χιλιόμετρα περνάνε ξανά πολύ γρήγορα και πριν καλά-καλά το καταλάβω έχω φτάσει στην είσοδο του “Pallazo Pitti”. Ωστόσο, αυτή τη φορά η διαδρομή θα μας οδηγήσει στον “Κήπο του Μπόμπολι” από την πλαϊνή πύλη και όχι από την κεντρική είσοδο του παλατιού. Η διαφορά όσων μπορώ να θαυμάσω τώρα σε σχέση με χθες, κατά τη διάρκεια του αγώνα, είναι η μέρα με τη νύχτα! Εκεί που την προηγούμενη μέρα διέκρινα σκιές τώρα φαίνονται ξεκάθαρα τα αγάλματα, τα σιντριβάνια και το περιποιημένο, “πράσινο” τείχος! Φωτογραφίζω όσα περισσότερα μπορώ! Το σιντριβάνι, τα αγάλματα, το κοντό-κουρεμένο γρασίδι και τον Δημήτρη θολό στις περισσότερες φωτογραφίες. Ο αγώνας στα πρώτα 6 με 7 χιλιόμετρα κινείται πάνω στο ίδιο κομμάτι με τη νυχτερινή διαδρομή δίνοντάς μου την ευκαιρία να δω όσα έχασα χθες που κυνηγούσα τον “Grillo 65”.
Φτάνοντας στον Άρνο ποταμό, που χωρίζει τη Φλωρεντία στα δύο, τον διασχίζουμε για δεύτερη φορά και στρίβουμε δεξιά τρέχοντας στις όχθες του. Για τα επόμενα 5 με 6 χιλιόμετρα ο αγώνας εκτυλίσσεται πότε από τη μια πλευρά του Άρνου και πότε από την άλλη, χωρίς την παραμικρή ανηφόρα. Το συγκεκριμένο κομμάτι νομίζω πως είναι και το πιο άχαρο ολόκληρου του αγώνα και δυσανασχετώ από τώρα διότι στην επιστροφή θα πρέπει να περάσω και πάλι από εδώ! Λίγο το πρωινό κρύο, λίγο η ψυχολογία μου, που είχε πέσει με το μονότονο αυτό κομμάτι της διαδρομής, λίγο το απανωτό κοπάνημα στην άσφαλτο και στα πλακόστρωτα, από χθες το βράδυ μέχρι και τώρα, ήρθε το στομάχι μου και φούσκωσε και άρχισε να με ενοχλεί. Στον πρώτο σταθμό είπα στον Δημήτρη, που πηγαίναμε παρέα μέχρι τότε, να μη με περιμένει. Ο σταθμός, παρότι είχε διάφορα πράγματα, μου φάνηκε φτωχός. Ηλεκτρολύτες, κόκα-κόλα, νερό, τζελάκια, ενεργειακές μπάρες, μπανάνες, μήλα, αλμυρά κράκερ, μηλόπιτα ή πάστα-φλώρα, λαδωμένα κομμάτια ψωμιού και κομματάκια από γραβιέρα ή κάτι παρόμοιο. Δεν ξέρω αν είμαι παράξενος αλλά λίγο κρεατάκι ή έστω σαλάμι θα το ήθελα. Επίσης, δεδομένου του κρύου καιρού, μια ζεστή σούπα θα ήταν ιδανική! Οι μπάρες ήταν πολύ σκληρές στο μάσημα και δεν μπορούσες να καταναλώσεις περισσότερες από δυο μπουκιές, ενώ το ψωμί πιστεύω ότι περισσότερο κακό, παρά καλό, έκανε στο στομάχι μου με το λάδι που είχε. Γενικότερα, η τροφοδοσία των τριών σταθμών του αγώνα ήταν ίδια και βάδιζε πάνω στη φιλοσοφία ενός γρήγορου, μαραθωνίου στην άσφαλτο, με κάτι περισσότερο ίσως σε φαγώσιμα, και όχι ενός μαραθωνίου αγώνα βουνού. Ίσως οι αγωνιζόμενοι μόνο της Κυριακής να μην το ένιωσαν αυτό, ωστόσο για μένα, που έτρεξα και χθες το βράδυ, οι σταθμοί δεν είχαν αυτό το κάτι.
Αφήνοντας πίσω μου τον σταθμό συνέχισα και πάλι το μονότονο κομμάτι του αγώνα δίπλα από τον Άρνο. Ευτυχώς για λίγο αφού πιο κάτω η διαδρομή μας οδηγούσε αριστερά, ανάμεσα από κτίρια, προς την εξοχή της Φλωρεντίας. Μια παρατεταμένη, ασφάλτινη ανηφόρα ανάγκασε πολλούς από τους δρομείς να περπατήσουν, αντίθετα με ‘μένα που βρήκα ευκαιρία να προσπεράσω αυτούς που με άφησαν πίσω στο κομμάτι δίπλα από τον ποταμό. Αυτό, λοιπόν, που συμπέρανα για τους αγώνες αυτού του είδους, urban trail, είναι πως οι περισσότεροι συμμετέχοντες δεν είναι δρομείς βουνού δίνοντάς τους μεγάλο πλεονέκτημα στα ίσια κομμάτια αλλά καθιστώντας τους πολύ αργούς σε οποιαδήποτε ανηφόρα. Ακόμη και με αναστατωμένο στομάχι διατηρούσα έναν ήρεμο, σταθερό ρυθμό που μου επέτρεπε να κινούμαι πιο άνετα από τους περισσότερους.
Μέχρι στιγμής, αν εξαιρέσει κανένας τα σοκάκια της Φλωρεντίας, ο αγώνας δεν είχε να σου προσφέρει και πολλά τοπία για να θαυμάσεις. Είχα αρχίσει να βαριέμαι και το στομάχι μου γινόταν χειρότερα κάθε φορά που πήγαινα να τρέξω γρηγορότερα. Όλα όμως άλλαξαν σαν βγήκαμε σε ένα ύψωμα απ’ όπου είχες όλη την πόλη στα πόδια σου, ακριβώς όπως και το μότο του αγώνα “The city at your feet”! Στα επόμενα χιλιόμετρα η κατάσταση με το στομάχι μου δεν έλεγε να καλυτερεύσει.

Παρόλα αυτά η διαδρομή άρχισε να αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον και να σε παρακινεί να συνεχίσεις για να ανακαλύψεις όλα όσα είχε ακόμα να σου αποκαλύψει, ακόμη και αν άργησα λίγο και χρειάστηκα να διανύσω τα μισά περίπου χιλιόμετρα του αγώνα. Θυμάμαι για αρκετή ώρα να τρέχουμε δίπλα και ανάμεσα από ελιές, τοπίο που μου θύμισε έντονα Ελλάδα και συγκεκριμένα την Πάργα για έναν αδιευκρίνιστο, παράξενο λόγο.

Λίγο αργότερα η άσφαλτος και οι τσιμεντένιοι δρόμοι έδωσαν τη θέση τους σε μονοπάτι το οποίο χανόταν ανάμεσα στα δέντρα καθώς ανηφόριζε σε μια πλαγιά. Άλλοτε ήταν χωμάτινο, στρωμένο με φθινοπωρινά φύλλα και άλλοτε άλλαζε σε κακοτράχαλο γεμάτο πέτρα! Κάπου εκεί, σε μια διχάλα, θα χωρίζαμε και με τους αθλητές του αγώνα των 30 χιλιομέτρων, οι οποίοι κατηφόριζαν προς τα αριστερά μάλλον για να επιστρέψουν πίσω στην Φλωρεντία.
Βγαίνοντας από τα δέντρα, σε ένα ξέφωτο στο τέλος του μονοπατιού, αντικρίζαμε ένα μεγάλο οίκημα με πολεμίστρες, πιθανότατα ανάκτορο κατά την Μεσαιωνική περίοδο. Η επιλογή των διοργανωτών να οδηγήσουν τη διαδρομή μέσα από το ανάκτορο έδωσε άλλο χρώμα στον αγώνα προσφέροντας κάτι διαφορετικό που
σίγουρα άφησε θετικές εντυπώσεις σε όλους! Άσφαλτος για λίγο, βγαίνοντας από το ανάκτορο, και έπειτα πάλι δασικό μονοπάτι το οποίο αργότερα γινόταν χωματόδρομος. Ο χωματόδρομος αυτός μας οδηγούσε σε κάποιο μικρό χωριό, στην εξοχή κοντά στην πόλη, αφού πρώτα διέσχιζε αρκετά στρέμματα με ελαιώνες.
Φτάνοντας στο χωριό έπρεπε να περάσουμε κάθετα τον δρόμο, του οδικού δικτύου, αρκετές φορές για να συνεχίσουμε. Παρότι, λοιπόν, η κίνηση ήταν αυξημένη υπήρχαν πάρα πολλοί εθελοντές που ρύθμιζαν την κυκλοφορία και ταυτόχρονα σου έδειχναν τη σωστή κατεύθυνση! Μια έντονη ανηφόρα, σε εκείνο το σημείο, με ανάγκασε να περπατήσω για λίγο, όμως άξιζε τον κόπο γιατί έτσι θαύμασα περισσότερο τον καθεδρικό ναό που υπήρχε στην κορυφή της και την υπέροχη Φλωρεντία που για ακόμη μία φορά απλωνόταν στο βάθος μπροστά μου. Συνέχισα, κατηφορίζοντας μέσα από ένα στενό, πλακόστρωτο καλντερίμι μέχρι μια μεγάλη πλατεία. Ο μαζεμένος κόσμος που είχε συγκεντρωθεί εκεί μαρτυρούσε πως κάτι συνέβαινε ή είχε ήδη συμβεί. Για άλλη μια φορά μου έκανε τρομερή εντύπωση που σε μια κατάμεστη από κόσμο πλατεία μόνο 5-6 άτομα μας χειροκρότησαν. Μα τι γινόταν τέλος πάντων και είχε τραβήξει τη προσοχή τους τόσο πολύ; Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα πήρα την απάντησή μου. Ήταν μια συγκέντρωση από αυτοκίνητα αντίκες, όλα τους πλυμένα και γυαλισμένα, σαν να περίμεναν να αγωνιστούν σε κάποιο ιστορικό ράλι! Μέχρι και εγώ σταμάτησα και τράβηξα μερικές φωτογραφίες. Δικαιολογημένος ο κόσμος…

Τα χιλιόμετρα κυλούσαν πλέον πιο ευχάριστα κι εγώ ήμουν περίεργος για το τι θα συναντούσα παρακάτω. Καθώς πήγαινα βορειότερα της πόλης άλλαζε και το τοπίο κάνοντας τον αγώνα να θυμίζει καθαρόαιμο μαραθώνιο βουνού! Περίπου 15 χιλιόμετρα πριν τον τερματισμό βρέθηκα σε ένα καταπληκτικό πευκόδασος με πολύ τεχνικά μονοπάτια, γεφύρια, πέτρινα τείχη γεμάτα βρύα και λειχήνες και ένα “φουσκωμένο” από την χθεσινή καταιγίδα ποτάμι! Ίσως το ομορφότερο σημείο του αγώνα που μόνο όσοι συμμετέχουν στον αγώνα των 45 χιλιομέτρων έχουν τη δυνατότητα να θαυμάσουν!

Τα ωραία πράγματα όμως κρατούν λίγο και σύντομα έτρεχα και πάλι πάνω στην άσφαλτο, κατηφορίζοντας ένα δρόμο που οδηγούσε πίσω στην πόλη. Βγαίνοντας μέσα από μια υπόγεια διάβαση δεν θα περίμενα ποτέ να δω έναν πανέμορφο κήπο γεμάτο μπρούτζινα αγάλματα! Κι όμως αυτή ήταν άλλη μια έκπληξη που μας επεφύλασσαν οι διοργανωτές του αγώνα, καθώς έπρεπε να διασχίσουμε το περίφημο πάρκο “Pazzagli” που φιλοξενούσε πάρα πολλά έργα τέχνης του ομώνυμου καλλιτέχνη!

Τα τελευταία χιλιόμετρα της διαδρομής, που απέμεναν, καλούμασταν όλοι να περάσουμε ξανά από τον βούρκο στον οποίο είχαν μετατραπεί οι όχθες του Άρνου. Στις γάμπες μου η λάσπη είχε ξεραθεί σχηματίζοντας μια δεύτερη επιδερμίδα, σαν γουρουνάκι ένα πράγμα! “Υπομονή” σκέφτηκα και έπεισα τον εαυτό μου να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Άλλωστε σε μερικά χιλιόμετρα θα τερμάτιζα και ήθελα να χαμογελάω όση λάσπη κι αν κουβαλούσα και όσο και αν με ενοχλούσε το στομάχι μου. Πρέπει, επίσης, να αναφέρω πως το τελευταίο μισάωρο του δικού μου αγώνα άνοιξαν και πάλι οι ουρανοί όμως ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται!
Τερματισμός ήσυχος σε μια σχεδόν άδεια από κόσμο πλατεία, μάλλον ευθυνόταν η ξαφνική μπόρα γι’ αυτό, και με διάφορα συναισθήματα να με κατακλύζουν τη στιγμή εκείνη. Δεν είχα τρέξει έτσι όπως θα ήθελα. Παρόλα αυτά ευχαριστήθηκα τον αγώνα και διασκέδασα περισσότερο απ’ όσο θα φανταζόμουν. Αν θα άλλαζα κάτι; Ναι. Εκείνο το “Panini - Inferno” που δοκίμασα το Σάββατο και “έτρεχα” μέχρι τη Δευτέρα!
Ανακαλύπτοντας την Φλωρεντία μέσα από έναν αγώνα city-trail!
Κατερίνα Κουκάκη
Στην πρώτη μου συμμετοχή σε διεθνή αγώνα city trail επέλεξα την πιο γοητευτική και καλλιτεχνική πόλη της Ευρώπης, την αναγεννησιακή Φλωρεντία. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία να ανακαλύψω όλες τις όμορφες γωνιές και τα περίχωρα αυτής της πόλης με τη θαυμάσια αρχιτεκτονική και τα αναρίθμητα μνημεία. Ο Firenze Urban Trail ήταν ένας ξεχωριστός αγώνας καθώς συνδύαζε μία νυχτερινή μίνι περιήγηση μέσα στην πόλη με φακούς κεφαλής και μία επιλογή μεταξύ 30 και 45 χλμ για την επόμενη μέρα το πρωί.
Ο νυχτερινός αγώνας ήταν μήκους 13 χλμ, και η διαδρομή ξεκινούσε από το κέντρο της πόλης, περνούσε από ιστορικά αξιοθέατα, διέσχιζε το περίφημο Ponte Vecchio και προχωρούσε στην απέναντι όχθη του ποταμού Arno, ανηφορίζοντας στο λόφο San Miniato al Monte και επέστρεφε στο κέντρο. Ήταν μία διαδρομή που τα
είχε όλα: πλακόστρωτο, άσφαλτο, χώμα, μικρά μονοπάτια, σκαλάκια, ανηφόρες, κατηφόρες. Ένας αναμφίβολα απολαυστικός νυχτερινός αγώνας που παρουσίαζε ιδιαίτερες προκλήσεις καθώς απαιτούσε αυξημένη προσοχή λόγω της ολισθηρότητας του εδάφους από τη βροχή και του απόλυτου σκοταδιού σε ορισμένα σημεία της διαδρομής.
Για την επόμενη ημέρα, και λίγες ώρες μετά τον τερματισμό του night run, είχα επιλέξει την trail διαδρομή των 30 χλμ. Ξεκινώντας από το ίδιο σημείο, και διασχίζοντας ένα τμήμα της νυχτερινής διαδρομής, συνέχιζε μέσα από πάρκα, ακολουθούσε τη ροή του Arno για αρκετά χιλιόμετρα, ανηφόριζε στο χωριό Settignano με πανοραμική θέα στη Φλωρεντία και διαγράφοντας ένα κύκλο επέστρεφε στον Arno και πίσω στην πόλη. Μια χορταστική, όμορφη και απαιτητική διαδρομή που προσέφερε στο δρομέα συνεχή εναλλαγή εικόνων, τοπίων, εδάφους, επιπέδων δυσκολίας και ικανοποιούσε πλήρως τη δίψα για απολαυστικά χιλιόμετρα σε ένα πανέμορφο αστικό και φυσικό περιβάλλον.
Και όπως συμβαίνει πάντα σε κάθε αγώνα, και ειδικά στους trail και city trail που προσφέρουν μεγαλύτερες συγκινήσεις, παρά τη σωματική κούραση και τον πόνο, η ψυχική ικανοποίηση είναι τόσο μεγάλη που αμέσως μετά τον τερματισμό το μυαλό «τρέχει» ήδη στην επιλογή του επόμενου!
Photo© : Studio SAB, Theoharis Lezpouridis