Cortina Trail 2016: Η γλυκόπικρη γεύση της εγκατάλειψης… Κύριο

Κεντρική πλατεία της Cortina στη βόρειο-ανατολική Ιταλία. Ώρα 08:00 π.μ. Βρίσκεσαι στη γραμμή της εκκίνησης στριμωγμένος ανάμεσα σε… επτακόσιους-οκτακόσιους, όπως εκτιμάς πρόχειρα, δρομείς, που μοιράζονται τον ίδιο ενθουσιασμό με σένα –αργότερα διαπιστώνεις ότι είναι περισσότεροι. Νευρικοί αθλητές σε σπρώχνουν ενώ προσπαθείς να αποτυπώσεις με το κινητό σου βιαστικά όσες περισσότερες στιγμές μπορείς. Απρόσεκτοι αθλητές σε πατάνε –στην καλύτερη περίπτωση– ή σε χτυπάνε με τα ορειβατικά τους baton, αλλά εσύ απτόητος, ανταλλάσσεις χειραψίες. Κοιτάς το ρολόι σου. Η μουσική του Ennio Morricone «πέφτει» από τα ηχεία. Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει.

 

Ξεκινάς. Έχεις μπροστά σου 47 απαιτητικά χιλιόμετρα με 2.600 μέτρα θετικής υψομετρικής, αλλά είσαι εφοδιασμένος με τις καλύτερες  προσδοκίες. Και το πιο σημαντικό: υπενθυμίζεις στον εαυτό σου πως, πάνω απ’ όλα σημασία έχει να το απολαύσω. Μετά από πέντε ώρες περίπου βρίσκεσαι ξαπλωμένος στη δροσερή χλόη του σταθμού τροφοδοσίας στο Passo Giau. Το στομάχι σου ανεβοκατεβαίνει σαν πιστόνι και εσύ σκέφτεσαι τι και πότε πήγε στραβά.

 

Αυτό που μου δίδαξε η προηγούμενη εγκατάλειψη που είχα σε αγώνα ορεινού τρεξίματος είναι ότι τα πάντα ανατρέπονται μέσα σε μια στιγμή. Από τον παράδεισο στην κόλαση και στον παράδεισο ξανά. Αυτό που μου δίδαξε η εγκατάλειψη στο Lavaredo είναι ότι, στις δύσκολες στιγμές, η έκβαση ενός αγώνα μπορεί να εξαρτηθεί από τους ανθρώπους που στελεχώνουν τους σταθμούς.

 

Monte Cristallo... 

Δε θα αναφερθώ σε πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά της διαδρομής ή για την ποιότητα της  διοργάνωσης. Αρκούμαι να πω ότι είναι οι Δολομίτες, εκείνα τα «χλωμά βουνά» όπως τα αποκαλούσαν παλιότερα, είναι ένα μέρος που πρέπει να επισκεφθεί οποιοσδήποτε αγαπάει το βουνό. Να είναι σίγουρος ότι τα χρήματα που θα επενδύσει θα τον κάνουν κατά πολύ πλουσιότερο στην καρδιά και στο μυαλό.

 

Η εγκατάλειψη πάντα μου άφηνε πικρή γεύση. Αυτή τη φορά όμως η γεύση ήταν γλυκόπικρη. Τι διαφορετικό συνέβη; Τρία πράγματα.  Το πρώτο ήταν μια κουβέντα που είχα με το Δημήτρη Τρουπή από το Advendure το βράδυ μετά τον αγώνα. Δεν θυμάμαι αυτολεξεί τα λόγια του, αλλά το νόημα ήταν αυτό: «Το να εγκαταλείπεις έναν αγώνα και να αφήνεις πίσω σου την ιδέα της εγκατάλειψης τόσο γρήγορα όσο γρήγορα πήρες την απόφαση να το κάνεις, είναι σημάδι ωριμότητας». Το δεύτερο ήταν μια συζήτηση που είχα με τον Moises Jimenez, έναν 23χρονο αθλητή της North Face από τη Χιλή: «Αναγκάστηκα να εγκαταλείψω στο 104ο χιλιόμετρο εξαιτίας στομαχικών διαταραχών. Κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα προβλέψεις. Μαθαίνουμε από αυτά, προσαρμοζόμαστε και γινόμαστε καλύτεροι».

 

 Grass...

 

Το τρίτο συνέβη την επομένη του αγώνα. Τοποθεσία: καταφύγιο του Guido Lorenzi, στο Monte Cristallo. Υψόμετρο: τρείς χιλιάδες μέτρα. Παντού τριγύρω μας οι αιχμηρές Δολομοτικορφές. Πάνω απ’ τα κεφάλια μας σύννεφα, βροχή, χιόνι, ήλιος και πάλι από την αρχή. Κάποια στιγμή ακούω το φίλο και συναθλητή Γιώργο Γκάτσιο να λέει κάτι που δεν ακούμε και δεν λέμε τόσο συχνά όσο θα έπρεπε: «Νιώθω πολύ τυχερός που βρίσκομαι εδώ». Εκείνη λοιπόν τη στιγμή συνειδητοποίησα πως κανένας αγώνας, καμία αποτυχία ή ακόμα και καλή επίδοση, δεν θα πρέπει να επηρεάζει τη σχέση που έχουμε με το βουνό. Η αγάπη που έχουμε για το βουνό είναι ακέραιη και ατόφια σαν τους πετρώδεις όγκους των Δολομιτών. Ανεξάρτητη από κάθε εγκατάλειψη. Και εξάλλου, όπως ο Moises από τη Χιλή είπε, «έχουμε μια πολύ καλή αφορμή για να έρθουμε ξανά του χρόνου».

 

Ευχαριστώ  το Δημήτρη Τρουπή και το Advendure για τη φιλοξενία.

 

Γιώργος Τουμανίδης