
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
info@advendure.com
… ή όπου ακούς πολλά κεράσια πάρε δικό σου πανέρι! Όταν μήνες πριν αποφασίσαμε να συμμετέχουμε στον αγώνα της Cortina L’ Amprezo ονειρευόμουν έναν αγώνα αντάξιο της φήμης του. Καθότι σχολαστική και ψαχτήρι λόγω εμπειρίας (και παλαιότητας) τον τελευταίο καιρό είχα κάνει τα πάντα. Είχα μάθει απ’ έξω όλη την περιγραφή του Τάκη Τσογκαράκη στο Advendure από το 2014. Είχα ολοκληρώσει δίχως προβλήματα μια απαιτητική πολύμηνη προετοιμασία, είχα μελετήσει τη διαδρομή, τα υψομετρικά, είχα κάνει σχεδόν τοπογραφική μελέτη όλου του αγώνα, ακόμα τόλμησα να προβλέψω πιθανό χρόνο τερματισμού σε περίπτωση που θα γινόταν.
Φευ! Αυτό που ονειρευόμουν και προσδοκούσα με αυτό που έζησα δεν πλησίασε ούτε παρασάγγας. Και θέλω να το μεταφέρω απλά και μόνο για να πω πόσο υψηλούς ποιοτικά αγώνες διοργανώνουμε στην Ελλάδα (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), πόσο όμορφες διαδρομές τρέχουμε, πόσο κέντρο του αγώνα είναι οι αθλητές και όχι το ταμείο, πόσο συναισθηματικά δεμένοι είναι οι διοργανωτές και οι αθλητές και πολλά ακόμα τα οποία εύκολα θα συμπεράνει ο καθένας.
Παραλαβή αριθμού λοιπόν και σχολαστικός έλεγχος του υποχρεωτικού εξοπλισμού. Σωστό! Πλην της μπλούζας δώρου, κανένα ενδιαφέρον η τσάντα του αγώνα. Ούτε τζελ, ούτε μπάρα, ούτε ένα διαφημιστικό δείγμα από τους τόσους χορηγούς. Μόνο τσιπάκι και το νούμερο του αγώνα με τον υψομετρικό χάρτη της διαδρομής. That’s all!
Εκκίνηση του αγώνα λοιπόν 11μμ υπό τους υποτονικούς ήχους της μουσικής του Ennio Morricone, αφού προηγήθηκε για μισή ώρα η υπερβολικά σε ντεσιμπέλ φλυαρία του εκφωνητή του αγώνα στα Ιταλικά. Έχει προηγηθεί μια απίστευτη πολύωρη καταιγίδα και έχει σαρώσει τα πάντα. Ευτυχώς στην εκκίνηση επικράτησε
ηρεμία και φύγαμε κανονικά, ούτε δευτερόλεπτο καθυστέρησης οι Ιταλοί. Όσο ο δρόμος ήταν φαρδύς, όλα ήταν εύκολα, όταν όμως αφήσαμε τον δρόμο και θελήσαμε να μπούμε στο μονοπάτι χρειάστηκε πολύ υπομονή και πολύ σπρώξιμο το οποίο δεν σταμάτησε σχεδόν ποτέ για τουλάχιστον το πρώτο εξάωρο του αγώνα.
Με αποκορύφωμα στους σταθμούς ανεφοδιασμού! Τι σοκ ήταν αυτό! Εκτός από νηστική, από τσαλαπατημένη, έμεινα άναυδη από τη συμπεριφορά των εκατοντάδων συναθλητών μπροστά στα ελάχιστα τραπεζάκια των σταθμών. Όλο τρύπωνα κι όλο δεν έφτανα ποτέ. Όλο φώναζα αqua normale, κι όλο δεν έπαιρνα τίποτα. Όλο άπλωνα το χέρι με το παγούρι για να το γεμίσω νερό, κι όλο κάποιο άλλο εξυπηρετούνταν πριν από εμένα. Ταυτόχρονες προσταγές από εκατοντάδες αθλητές που όλο και πιο πολλοί πολιορκούσαν τα τραπέζια. Μάχη σώμα με σώμα, χέρι με χέρι. Άλλοι εθελοντές απελπισμένοι, άλλοι αδιάφοροι, άλλοι χαμογελαστοί και θεατές, άλλοι εξυπηρετικοί. Και άντε κάποια στιγμή πήρα νερό. Άρπαξα δύο κυβάκια τυράκι σκληρό… πώς βγαίνω από αυτόν τον κόσμο που όλο με πίεζε σαν ανθρώπινο φράγμα; Έγινα αγενής! Έγινα ότι οι συνθήκες σε αναγκάζουν. Έσπρωξα, πάτησα, έβρισα. Χαλάει η διάθεση προς στιγμήν, αλλά το προσπερνάς. Ο αγώνας συνεχίζεται.
Στο 33ο χλμ στον σταθμό Federavecchia περίπου στις 5πμ, εκεί που η υγρασία σε τρυπάει και το στομάχι θέλει κάτι ζεστό, περήφανα οι διοργανωτές σου λένε ότι έχουν κρύο τσάι, νερό, κόκα κόλα, κάτι τυράκια- τούβλα με φρυγανιές και τίποτα μα τίποτα ζεστό. Τι έκανε λέει;
- Soup?
- No soup!
- Όχι ρε γμτ!
Μα εγώ άλλα είχα διαβάσει και άλλα περίμενα. Αναπροσαρμογή σχεδίων και γεμίζουμε ενέργεια από αυτά που κουβαλάμε… τζελ- μπάρες, και πάμε να γίνουμε «γουρουνάκια» αγνώριστοι από τον βούρκο που μας περιμένει για πολλά χιλιόμετρα μέχρι την λίμνη Misurina λόγω της μπόρας που τα σάρωσε όλα. Η λίμνη Misurina στο 42ο χλμ ήρθε στο σωστό timing για να πνίξουμε τους καημούς μας μέσα της. Πλησιάζουμε στο 48ο χλμ στο καταφύγιο Auronzo έχοντας μπροστά μας ένα τεχνικό ανέβασμα το οποίο βήμα βήμα το καταφέρνουμε. Παρηγορώ τον εαυτό μου μονολογώντας: “Στο 48ο χλμ είναι το καταφύγιο, δεν μπορεί, κάτι έξτρα θα έχει που θα αναπληρώσει την αίγλη του αγώνα και το πεινασμένο μου στομάχι”. Σε κάθε βήμα και μία επιθυμία. Θα φάω σούπα, φαγητό, θα φάω φρούτα, θα φάω γιαούρτι, κρέμα, τυράκια… θα, θα, θα…
Όχι μόνο ΔΕΝ έφαγα τίποτα, γιατί δεν είχε τίποτα από όλα αυτά, φτάνοντας στην αυλή του καταφυγίου υπήρχε και μία ουρά δέκα μέτρων, 50+ αθλητές που περίμεναν αγχωμένοι και ανυπόμονοι την σειρά τους για να μπουν μέσα.
Σημείωση: για όσους σκεφτούν ότι θα μπορούσαμε να παρακάμψουμε το καταφύγιο και να φύγουμε αμέσως σε περίπτωση που αποφασίζαμε ότι δεν είχαμε ανάγκη να φάμε ή να πιούμε κάτι, αυτό δεν «έπαιζε»! Υποχρεωτικά, θα περνούσες από το καταφύγιο με όλες τις συνέπειες…
Καινούργιο στρίμωγμα, καινούργια πίεση από παντού, περίμενα με το ρολόι 25 λεπτά για να μπω από το ξέφωτο μέσα στο καταφύγιο. Για να πάρω έναν δίσκο, μια νερόσουπα με 5-6 μακαρόνια κοφτά να επιπλέουν, ένα ψωμί πέτρα και να πάω γρήγορα να κάτσω σε μια καρέκλα πριν μου την πιάσουν άλλοι. Τι άγχος Θεέ μου! Τι καταστάσεις ζω; Η σούπα άνοστη. Ζητάω κάτι φρουτένιο; Νο ! Κάτι σε γιαούρτι; Νο ! Κάτι σε καφέ;
Νο ! Τυρί; Μου δείχνουν κάτι ωμές μορταδέλες και κάτι σαλάμια πήχτρα στο λίπος. Εδώ με έπιασε το στομάχι μου. Αν εδώ που είναι καταφύγιο δεν έχει τίποτα πού αλλού μπορεί να έχει; Τρώω την παλιόσουπα με ψωμί και πίνω λίγο τσάι.
Πάω να δω προς το παράθυρο τη συνέχεια της διαδρομής για να έχω μια εικόνα τού τι με περιμένει και έντρομοι πετιούνται δύο από την χρονομέτρηση και με σταματάνε. Περκέ; (ρωτάω η Ιταλιάνα). Κάτι λένε και καταλαβαίνω ότι δεν θέλουν να πλησιάσω το παράθυρο γιατί θα χτυπήσει το Bib και μετά θα αναγκαστώ θέλω δεν θέλω να φύγω. Θα με διώξουν! Πίσω στην καρέκλα… υποχώρηση.
Ρωτάω αν ξέρει κάποιος αγγλικά, μου στέλνουν ένα κοριτσάκι. Της λέω ότι πονάει το στομάχι μου και μετά από δέκα λεπτά μου φέρνει καυτό νερό με μία φλούδα λεμονιού. Της κάνω το χατίρι και πίνω μερικές γουλιές. Μου φέρνει μία νέα παλιόσουπα. Της κάνω το χατίρι και τρώω την μισή. Έχω ζητήσει αν υπάρχει κάπου να ξαπλώσω και επιτέλους μετά από μία ώρα και δέκα λεπτά παραμονής στο σταθμό σε μια καρέκλα μου απαντάνε «Ουι». Κοιτάω το ρολόι. Έχω 40 λεπτά για να κλείσει ο σταθμός. Έχω φτάσει εδώ στις 8:30 και ο σταθμός κλείνει 10:30. Προλαβαίνω να ξεκουραστώ άραγε; Χρειάστηκα 20 λεπτά ύπνου. Πετάχτηκα, ετοιμάστηκα, πήρα τσάι στο παγούρι μου, έφτιαξα τους ηλεκτρολύτες μου και έφυγα 10 λεπτά πριν κλείσει ο σταθμός. Άλλος άνθρωπος!
Φεύγοντας μονολογώ… «Θα φτάσω στον κεντρικό σταθμό όπου έχω το drop bag με τα ρούχα μου, που θα έχει σίγουρα φαγητό, που όλα αυτά θα με πάνε ακόμα παρακάτω». Στον δρόμο μου βρίσκω τον Δημήτρη Συράκη, χαιρόμαστε για την αντάμωση, λέμε τα νέα και τις εντυπώσεις μας. Περνάμε τις τρεις κορυφές και μας πιάνει δέος! Θυμάμαι τα λόγια των αδερφών Τσιμπόγου «Τεκτονικός Τσαμπουκάς». Ο Δημήτρης φεύγει, κι εγώ συναντώ και προσπερνώ με τον δικό μου ρυθμό τις παρέες που βρίσκω στον δρόμο. Ανελέητος ο ήλιος, πολλά όμως νερά, ρυάκια και ποτάμια δροσερά. Βουτάω το καπέλο, το κεφάλι, ότι μπορώ για να δροσίζομαι.
Μετά το σημείο Landro περιμένω την ανηφόρα του χάρτη. Δεν υπήρξε ποτέ! Μόνο ένας ατέλειωτος βαρετός και μονότονος χωματόδρομος. Ρωτάει ο Σλοβένος που ήταν μαζί μου «πόσο έχουμε ακόμα»; Κάποια που συναντάμε του απαντάει «ten minutes». Κάναμε 19 λεπτά με γρήγορο περπάτημα. Πάντα όταν ρωτούσαμε πόσα χιλιόμετρα έχουμε για να φτάσουμε μας έλεγαν «τρι κιλομέτρ». Ποτέ δεν ήταν τρία. Ήταν από 5 έως 7. Όταν ρωτούσαμε πόση ώρα? μας έλεγαν «ten minutes». Ποτέ δεν ήταν δέκα, αλλά τουλάχιστον 20. Φαίνεται έχουν άλλο σύστημα μέτρησης οι Ιταλοί.
Και φτάνω στον κεντρικό σταθμό στο 67ο χλμ σε τρείς ώρες και 24 λεπτά. Δεκαπέντε λεπτά σχεδόν πριν κλείσει ο σταθμός. Κουρασμένη και πεινασμένη. Προπάντων πεινασμένη. Βαριεστημένοι εθελοντές, ούτε που μου δίνουν σημασία. Κανένας δεν λέει μπράβο σε κανέναν αθλητή που φτάνει. 5-6 κοιμούνται ήδη στους πάγκους, προφανώς ήδη κουρασμένοι. Ψάχνω το drop bag μου. Είναι κάπου στον σωρό με τα άλλα. Ρωτάω κάποιον εθελοντή και μου δείχνει το μέρος με τα πανομοιότυπα δεκάδες άσπρα σακουλάκια. Θα μου το φέρετε; (ρωτάω η ξανθιά). Και μου απαντάει «go and take it». (πήγαινε πάρ’ το; Άκουσα καλά;).
Τελικά τίποτα δεν με βοηθάει να πάω παρακάτω. Το βρίσκω, το παίρνω. Η πείνα μου είναι πιο επιτακτική από τα ρούχα. Σέρνω το σαρκίο μου προς τα άδεια τραπεζάκια. Ρωτάω για φαγητό, μου δείχνουν τα πετρώδη ψωμάκια τους, τις κόκα κόλες, τα νερά, κάτι κίτρινα ζεστά ζουμιά ηλεκτρολύτες σε κανάτες, κάτι μισoφαγωμένες ντομάτες, κάτι μαύρες μπανάνες, κάτι λεμόνια και κάτι φέτες ξινόμηλου που ήταν το μόνο που άρπαξα με λαχτάρα και έφαγα κατευθείαν (αυτές δεν έκαναν ούτε μισό μήλο αλλά δεν υπήρχαν άλλες). Βλέπω άδεια κουτιά από κομπόστα. Ρωτάω αν έχουν…No! Και ξανά ο κατάλογος του νου μου. Yoghurt; Νο!
Fruit; Νο!
Food; Νοοοοο!
Chips; Νο!
Biscuits; Νο!
Τα κυβάκια του σκληρού τυριού όμως σε πρώτη μούρη.
Η αδιαφορία των υπευθύνων έντονη. Ψάχνω κάποιον που να ξέρει αγγλικά και όταν τον βρίσκω απλά και ήρεμα του λέων «I stop here». Ούτε έκπληξη, ούτε παρότρυνση, ούτε ίχνος συναισθήματος στο πρόσωπο ή στα χέρια. Βγάζει το τσιπ, βγάζω την εικόνα του τερματισμού από μπροστά μου. Βγάζει το τσιπ, βγάζω ένα
βάρος από πάνω μου. Ελευθερώθηκα! Δίπλα μου ο Σλοβένος, οι τρεις Γιαπωνέζοι, η Φιλιππινέζα κι άλλες εθνικότητες. Αλληλοχαμογελάμε κουνώντας το κεφάλι. Ανακούφιση και αρκετή αναμονή μέχρι να έρθει το βανάκι να μας μαζέψει. Αλλά έχοντας γίνει ανάγωγη για την επιβίωση, όταν ήρθε το βαν είχαμε γίνει ήδη πάνω από 20 οι εγκαταλείψαντες, και μόνο δέκα θα έμπαιναν μέσα. Μπήκα όγδοη… όχι που θα τους άφηνα!!!
Συμπέρασμα. Το όνομα “The North Face Lavaredo” δεν κάνει τον αγώνα. Οι αγώνες γίνονται με κέντρο τον αθλητή και όχι με τους 50-60 ελίτ που έρχονται και φεύγουν στον εκάστοτε αγώνα. Πλήρωσα 140 ευρώ συμμετοχή (συν όλο το υπόλοιπο πακέτο μεταφορά-διαμονή - διατροφή) για να πεινάσω, να στριμωχτώ, να βρίσω, για να έρθουν οι ελίτ να τρέξουν. Πήρα ένα σχεδιάγραμμα διαδρομής το οποίο έχει διαφοροποιήσεις από την πραγματική διαδρομή και κανένας δεν μπαίνει στον κόπο να το διορθώσει. Δεν υπήρξε πουθενά καμία σήμανση χιλιομετρική, έστω ανά 10χλμ να ξέρεις που περίπου κινείσαι. Σημείωση: για να αντέξει η μπαταρία του ρολογιού τόσες ώρες αγώνα αναπροσαρμόζεις την καταγραφή του GPS με αποτέλεσμα να υπάρχει απόκλιση στα χιλιόμετρα της διαδρομής. Συνεπώς θα βοηθούσε κάποια υποτυπώδης έστω χιλιομετρική σήμανση για να ξέρουμε που περίπου είμαστε όταν κινούμαστε σε σταθμούς που απέχουν έως και 18χλμ μεταξύ τους!
Δεν υπήρξε καμιά ενημέρωση (στην ιστοσελίδα της διοργάνωσης ή στο έντυπο υλικό που μοιράστηκε νωρίτερα) για το τι θα έχουν οι σταθμοί τροφοδοσίας, έτσι ώστε ανάλογα με τις διατροφικές του συνήθειες ο καθένας να προετοιμαστεί. Έχουμε μάθει να τρέχουμε με απομακρυσμένους σταθμούς. Αλλά εδώ ήταν ΚΑΙ απομακρυσμένοι ΚΑΙ άδειοι!
Πουθενά δεν ένιωσα ενθάρρυνση όπως στους δικούς μας αγώνες, θαρρείς και στόχο ήταν οι εγκαταλείψεις και όχι οι όσο πιο πολλοί τερματισμοί.
Κόσμος στη διαδρομή; Πουθενά! ( εκτός από την εκκίνηση μέχρι να βγούμε από την Cortina ). Λίγοι περιπατητές εκδρομείς στο μονοπάτι για τις περίφημες τρεις κορυφές και αρκετοί ενθουσιώδεις θαμώνες στο μπαράκι της γωνίας στην τελική ευθεία 50μ πριν τον τερματισμό. Αυτοί ήταν και οι πιο ενθουσιώδεις. Κατά τα άλλα, μοναξιά, ούτε ένας άνθρωπος θεατής να φωνάξει ή να χειροκροτήσει βρε αδερφέ. Απορώ, που ήταν αυτή η τόσο φημισμένη «κουλτούρα» των ξένων θεατών αγώνων ορεινού τρεξίματος; Μάλλον ισχύει για συγκεκριμένους αγώνες και συγκεκριμένες ώρες!
Αν στεναχωρήθηκα; Όχι… απογοητεύτηκα για την πελατειακή αντιμετώπιση που έζησα. Απογοητεύτηκα γιατί δυστυχώς επαληθεύτηκε για άλλη μία φορά το γεγονός ότι η ποιότητα πέφτει στα πατώματα όταν η ποσότητα πιάνει ταβάνι. Κι αυτό, στον βωμό του ταμείου, στα πολλαψήφια νούμερα. Αν τον προτείνω; Εξαρτάται τι θέλει να ζήσει κανείς. Πάντως την ομορφιά του τοπίου μπορείς να την απολαύσεις και με άλλους τρόπους.
Είτε πηγαίνοντας εκδρομή, είτε πεζοπορώντας από καταφύγιο σε καταφύγιο, ακόμα και με ποδήλατο. Αν με ρωτήσετε για την ποιότητα των Ελληνικών αγώνων οι οποίοι μπορεί να μην φέρνουν το βαρύ όνομα κάποιου Brand, έχουν όμως φυσική ομορφιά, τεχνική δυσκολία, συναίσθημα και πλούσιες παροχές τόσο στα πακέτα των συμμετοχών, μα κυρίως στους σταθμούς τροφοδοσίας. Ο αθλητής και η φροντίδα του παραμένουν το επίκεντρο των αγώνων.
Όταν εξιστόρησα σε φίλους τι έζησα στον αγώνα μου είπανε «ναι, αλλά είδες αυτό, είδες εκείνο, είδες το άλλο..». Πιστέψτε με, ήταν τόσο αναστατωμένη η ψυχική μου διάθεση και η διαύγεια του μυαλού μου που εκείνη την ώρα που έβλεπα «αυτό, εκείνο ή το άλλο», λίγο με ένοιαζε η ομορφιά του, αφού άλλος ήταν ο σκοπός και ο στόχος. Και η αλήθεια είναι ότι πάντα η ομορφιά ενός τοπίου επηρεάζεται άμεσα από την ψυχική διάθεση στην οποία βρισκόμαστε. Την επόμενη μέρα του αγώνα έχοντας ξεχωρίσει τις έννοιες «αγώνας» και «τοπία», σαφώς και δεν μπορούσα παρά να υποκλιθώ στους γρανιτένιους όγκους, στην πανέμορφη Cortina, στα καταπράσινα λιβάδια και αχανή τοπία της. Σαφώς και απόλαυσα τον καφέ μου στα 2470μ υψόμετρο στο καταφύγιο Ra Vales, βλέποντας αιώνιες χιονούρες και εικόνες μοναδικές από όπου πέρασε ο αγώνας.
Έχοντας τρέξει στο παρελθόν σε αρκετούς αγώνες στο εξωτερικό από το 1999 (Γαλλία, Νορβηγία, Ανδόρα, Σικελία, Βέλγιο, Καναδά, Κύπρο) έως το 2007 (CCC Mon Blanc), είχα άλλες προσδοκίες στο μυαλό μου. Αλλά αυτό που έζησα αποκαθήλωσε εντελώς την αίγλη των αγώνων του εξωτερικού.
Άλλη μία εγκατάλειψη στο ενεργητικό μου. Αλλά ποιος νοιάζεται; Να είμαστε καλά, να προσπαθούμε και να ξαναπροσπαθούμε για ότι μας τραβάει σαν μαγνήτης στα άκρα. Ένα Lavaredo τελείωσε, πολλές αναμνήσεις και περιστατικά γράφτηκαν στον σκληρό δίσκο του μυαλού μου. Ένας αγώνας έφυγε, άλλος αγώνας ξεπρόβαλλε ήδη. Η ζωή συνεχίζεται, και μαζί της συνεχίζω κι εγώ σε ρυθμούς άλλοτε τερματικούς κι άλλοτε μισοτερματικούς. Who cares; Εξάλλου… Τα καλύτερα έρχονται…
Βίκυ Καρπούζα
Photo ©: Βίκυ Καρπούζα, Άντζυ Τερζή