Χρονικό: Persenk Ultra 2015! Κύριο

Επιστρέφω σπίτι μετά από τέσσερις κουραστικές ημέρες. Ξεκίνησα από το Αυλωνάρι Εύβοιας, την Πέμπτη το πρωί, πρώτα με λεωφορείο μέχρι το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» στην Αθήνα και μετά αεροπορικώς για Θεσσαλονίκη. Ξανά με λεωφορείο μέχρι την Καβάλα όπου με περίμενε ο καλός μου φίλος, Βασίλης, και με το αυτοκίνητο φτάσαμε γύρω στις έντεκα το βράδυ στο Ασένοβγκραντ (Асеновград) της Βουλγαρίας. Το ραντεβού μας με τον υπερμαραθώνιο των 132 χιλιομέτρων και 5600 μέτρων ανάβασης ήταν την επόμενη μέρα 22 Αυγούστου μεσάνυχτα Παρασκευής. Αυτή ήταν η τρίτη χρονιά που διεξαγόταν. Την πρώτη χρονιά ο Βασίλης τίμησε τα ελληνικά και κυπριακά χρώματα ανεβαίνοντας στο τρίτο σκαλί του βάθρου.

Ο καιρός έδειξε εξαρχής τις άσχημες του διαθέσεις. Μετά τον τελωνειακό σταθμό μας έπιασε βροχή και ομίχλη περιορίζοντας κατά πολύ την ορατότητα. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά και πλέον ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, αποκαμωμένοι και ήδη μισοκοιμισμένοι.

 



Ξυπνώντας το πρωί της Παρασκευής, πήγαμε στη πλατεία της πόλης για να παραλάβουμε τα νούμερά μας. Μας έδωσαν επίσης μια συνθετική μπλούζα με το λογότυπο του αγώνα καθώς κι ένα χάρτη με τα ακριβή στοιχεία του. Καθίσαμε για καφέ συζητώντας διάφορα θέματα. Πήραμε έναν εσπρέσο κι έναν καπουτσίνο για τα οποία πληρώσαμε 2,5 λεβ δηλαδή 1,25 ευρώ. Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα πήγαμε στην τεχνική ενημέρωση όπου μας πληροφόρησαν ότι ο καιρός δεν θα ήταν με το μέρος μας αυτό το διήμερο. Μας είπαν για κάποια δύσκολα σημεία της διαδρομής στα οποία έπρεπε να είμαστε προσεχτικοί και για την απίθανη συνάντηση μας με αρκούδες ή λύκους. Υπήρχαν λύκοι στη περιοχή αλλά σπάνια εμφανίζονταν σε ανθρώπους. Οι αρκούδες εμφανίζονταν συχνότερα από τους λύκους γι’ αυτό θα έπρεπε να έχουμε το κουδουνάκι κρεμασμένο στο σακίδιο ώστε να μην της τρομάξουμε. Το πρόβλημα με τις αρκούδες προκύπτει όταν περάσεις αθόρυβα, δεν σε αντιληφθούν και τρομάξουν. Τότε μπορεί να επιτεθούν (ειδικά εάν έχουν κοντά τα μικρά τους).


Αυτό που προσωπικά με προβλημάτιζε περισσότερο ήταν ο καιρός. Αφού τέλειωσε η τεχνική ενημέρωση πήγαμε πίσω στο ξενοδοχείο για ξεκούραση. Έξω από το παράθυρο έβλεπα τον ουρανό να σκοτεινιάζει. Με το που νύχτωσε άρχισε να βρέχει στην αρχή ελαφρά και στη συνέχεια καταρρακτωδώς. Αστραπές και βροντές ακούγονταν πολύ κοντά μας. Τελικά ο αγώνας αναβλήθηκε για τις έξι το πρωί του Σαββάτου. Η αλήθεια είναι ότι χάρηκα με την εξέλιξη αυτή θεωρώντας ότι έτσι γλιτώναμε τη βροχή και τους κεραυνούς. Επίσης θα είχαμε άλλες πέντε ώρες ξεκούρασης.


Κοιμηθήκαμε με τη σκέψη στο καιρό. Ξυπνήσαμε στις πέντε το πρωί και ετοιμαστήκαμε για την εκκίνηση. Βάλαμε τα τελευταία αναγκαία στο σακίδιο. Νερό, τροφή (μπάρες δημητριακών, μπισκότα), τσιρότα στις θηλές.


Στις έξι και πέντε, με τη συνοδεία παραδοσιακής μουσικής από γκάιντα, χειροκροτήματα, ζητωκραυγές και πολλά κουδουνίσματα, εκκινήσαμε για τα βουνά. Ανηφορίσαμε για τον πρώτο σταθμό στο 17ο χιλιόμετρο. Το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε ήταν η διάσχιση ενός ορμητικού χειμάρρου γύρω στο 10ο χιλιόμετρο με επιπτώσεις που θα αναδύονταν αργότερα. Άρχισε ήδη να ξημερώνει, η διάθεση μας ήταν πολύ καλή, η παρέα εξαιρετική και φτάσαμε χωρίς προβλήματα στον κεντρικό  σταθμό του «Orehovo» στο 39ο χιλιόμετρο στις δώδεκα το μεσημέρι. Ο καιρός μέχρι εκεί ήταν σύμμαχός μας. Άλλαξα μπλούζα, κάλτσες, παπούτσια (τα αδιάβροχα vivobarefoot που φορούσα μέχρι το 39 χιλιόμετρο και τα οποία βράχηκαν από τον χείμαρρο δεν είχαν ακόμα στεγνώσει) και φόρεσα μακρύ κολάν. Κοίταξα τις πατούσες μου και διαπίστωσα ότι για κάμποσα χιλιόμετρα μούλιαζαν μέσα στο νερό. Το φυσικό χρώμα τους άλλαξε σε λευκό. Το θετικό ήταν ότι δεν έβγαλα φουσκάλες. Όχι ακόμα τουλάχιστον.


Επόμενος σταθμός, μετά από 23 χιλιόμετρα (η πιο μακρινή απόσταση από σταθμό σε σταθμό), ήταν το «Persenk Hut». Άρχισε να αστράφτει. Καταλάβαμε τι μας περίμενε. Παρά την αναβολή, δε θα γλιτώναμε τελικά το μπανάκι! Καταρρακτώδης βροχή, κρύο, αστραπόβροντα μας συνόδευαν μέχρι τον σταθμό που βρισκόταν λίγο πριν την κορυφή. Ανακουφιστήκαμε φτάνοντας, φάγαμε τυρί με ψωμί, σταφίδες, καρπούζι κι ήπιαμε ζεστό τσάι για να ζεσταθούμε. Μέσα στο καταφύγιο κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο αγώνας θα σταματούσε λόγω της επιδείνωσης του καιρού. Αφού γεμίσαμε τους ασκούς με νερό, ρωτήσαμε εάν μπορούσαμε να συνεχίσουμε. Η απάντηση ήταν θετική κι έτσι πήραμε τα βρεγμένα σώματά μας και βγήκαμε στο κρύο και στη βροχή. Αλλά όπως λέει κι η παροιμία «ο βρεγμένος τη βροχή δε τη φοβάται». Αρχίσαμε να τρέχουμε για να ζεσταθούμε. Ευτυχώς μετά από λίγο η βροχή έγινε ψιλόβροχο και φτάνοντας στην κορυφή (την οποία δεν μπορέσαμε να ταυτοποιήσουμε ως κορυφή διότι έμοιαζε με λιβαδάκι) το ψιλόβροχο σταμάτησε.


Κατηφορίσαμε για τις «Wonder Bridges». Φτάσαμε γύρω στις οκτώ το βράδυ στον πέμπτο σταθμό. Ήταν μέρα ακόμα κι έτσι μπορέσαμε να θαυμάσουμε αυτές τις τεράστιες σε μέγεθος τοξωτές γέφυρες. Νομίζεις αρχικά ότι τις τις έκανε ανθρώπινο χέρι. Μόνο που ο γλύπτης δεν ήταν άλλος από την ίδια τη φύση.

 



Μια ώρα αργότερα φτάσαμε στον επόμενο σταθμό «Kabata», όπου το δύσκολο πέρασμα μέσα από το φαράγγι να γίνεται στο σκοτάδι, με τους φακούς αναμμένους. Όλα καλά. Στις έντεκα το βράδυ, μετά από 17 ώρες, ξαναφτάσαμε στον κεντρικό σταθμό του «Orehovo». Τότε ξεκίνησε να ψιλοβρέχει. Αλλάξαμε ρούχα, κάλτσες, φάγαμε κι ήπιαμε ζεστό καφέ. Η πατούσα στο αριστερό μου πόδι άρχισε ήδη να πονάει και ζήτησα βοήθεια. Μια κοπέλα από την Ισπανία μου περιποιήθηκε την πατούσα με πάγο, πούδρα και μασάζ. Κατευθείαν ένιωσα καλύτερα. Όλοι οι εθελοντές στους σταθμούς ήταν εξαιρετικοί, πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουν.


Αναχωρήσαμε υπό βροχή πλέον, τα μεσάνυχτα. Είχαμε καλύψει το δύσκολο μέρος της διαδρομής. Σε αριθμούς αυτό ήταν σωστό. 89 χιλιόμετρα και 4500 μέτρα υψομετρικής διαφοράς είχαν καλυφθεί. Έμεναν άλλα 43 χιλιόμετρα και 1000 μέτρα ανάβασης-κατάβασης. Έμεναν όμως και λίγα αποθέματα διάθεσης, όρεξης, δύναμης, ψυχολογίας. Ο υπολογισμός μου ότι θα τερματίζαμε σε 7-8 ώρες αποδείχτηκε πολύ αισιόδοξος.


Στο σταθμό των εκατό χιλιομέτρων, «Byala Cherkva», ρίξαμε ένα μισάωρο υπνάκο. Ο Βασίλης ξυπνώντας μου λέει ότι πέρασε η ώρα και πρέπει να φύγουμε. Εκεί μέσα στην ωραία ζέστη από την ξυλόσομπα, ξαπλωμένος ανάμεσα σε δύο κουβέρτες, δεν ήθελα να σηκωθώ. Λέω στον Βασίλη να φύγει και θα συνεχίσω μόνος μου σε λίγο. Ευτυχώς, ήταν κάθετος λέγοντάς μου ότι δε φεύγει αν δε σηκωθώ. Εκεί κρίθηκε ο αγώνας μου. Πόσο σημαντική είναι η παρότρυνση κι οι αληθινοί φίλοι. Συνεχίσαμε μαζί για τα τελευταία επίπονα 32 χιλιόμετρα. Άρχισε να ξημερώνει κι όλα έδειχναν ομορφότερα. Το μαύρο σκοτάδι με την χαμηλή ορατότητά έδινε τη θέση του στο αχνό φως που ολοένα και δυνάμωνε, δίνοντας και σε μας δύναμη και κουράγιο.


Η προπόνηση που είχαμε στα πόδια μας ήταν ελάχιστη. Το καλοκαίρι που μεσολάβησε βγήκε πολύ χαλαρά σε ό,τι αφορά τις προπονήσεις. Λίγα χιλιόμετρα και λίγες εξορμήσεις με αποτέλεσμα τα πόδια να υποφέρουν. Το βασικό μου πρόβλημα πλέον ήταν μια φουσκάλα στη πατούσα του αριστερού ποδιού λόγω της πολύωρης βροχής που μούσκευε συνέχεια τα πόδια (η αρχή του προβλήματος έγινε με τη διάσχιση του χειμάρρου στο 10ο χιλιόμετρο). Συνεχίζαμε όμως με ό,τι δυνάμεις είχαμε. Φτάνοντας στον τελευταίο σταθμό «Lyaskovo», στο 124ο χιλιόμετρο, ευχαρίστησα τον Βασίλη για την παρέα, την υποστήριξη και την παρότρυνση όταν την χρειάστηκα. Ήξερα πλέον ότι όλο αυτό το ταξίδι θα είχε αίσιο τέλος. Τερματίσαμε τρέχοντας σαν ξεκούραστα παιδιά τα τελευταία μέτρα του αγώνα.


 Ικανοποίηση, χαρά και… όχι άλλο κοπάνημα! Ξεκούραση και βαθιά ανάσα επιτέλους. Κι ένα βαρύτιμο μετάλλιο στο οποίο συμπυκνώνεται όλη η εμπειρία του αγώνα. Ο χρόνος μας από τον κεντρικό σταθμό του «Orehovo» ήταν άλλες έντεκα και μισή ώρες. Συνολικός χρόνος 29 ώρες και 36 λεπτά.


Φύγαμε άρον άρον από το ξενοδοχείο αφού κάναμε μπάνιο έτσι ώστε να προλάβω το βραδινό αεροπλάνο για Αθήνα. Λόγω καθυστέρησης στο συνοριακό τελωνείο τελικά έχασα την πτήση μου. Πήγαμε στην Αυλή Παγγαίου, όπου μένει ο Βασίλης για φαγητό και ξεκούραση. Με το ζόρι περπατούσαμε. Πηγαίνοντας για φαγητό όσοι μας έβλεπαν μας ρωτούσαν τι πάθαμε. Όταν η εξήγηση, ότι πριν από λίγες ώρες τρέξαμε 132 χιλιόμετρα μέσα στο βουνό, ήθελε κι άλλες εξηγήσεις δηλαδή αν όλο αυτό άξιζε την ταλαιπωρία, ή αν αυτό το χόμπι έπρεπε να μας φτάνει στα άκρα και να μας αποτελειώνει, τότε το μυαλό μου μπήκε σε σκέψεις. Αν δηλαδή άξιζε να διακινδυνεύουμε την υγεία μας, τη σωματική μας ακεραιότητα άλλωστε τώρα ήμασταν κι οι δύο πατέρες με δύο μικρά κοριτσάκια για μεγάλωμα, απλά και μόνο για να ικανοποιήσουμε τους εγωισμούς μας (ότι καταφέραμε κάτι δύσκολο).


Την επόμενη μέρα, ξεκούραστος και ευδιάθετος (πόσο αλλάζει η ψυχολογία μας όταν ολοκληρώσουμε έναν επίπονο αγώνα), κατά τη διάρκεια του ταξιδιού με λεωφορείο για Αυλωνάρι σκεφτόμουν ποιοι να είναι οι λόγοι που μας ωθούν σε τέτοιες πράξεις. Δε λέω «ακραίες πράξεις» γιατί το ακραίο είναι σχετικό και υποκειμενικό.


Πρώτα απ’ όλα είναι η περιπέτεια. Ο αστάθμητος, άγνωστος παράγοντας που μας βγάζει έξω από την καθημερινότητα και τη συνήθεια. Που μας κάνει να αναλογιζόμαστε τη ζωή υπό άλλη οπτική γωνία. Όταν όλη μας η ζωή είναι μια ρουτίνα τι έχουμε αληθινά να περιμένουμε. Τίποτα. Είμαστε τόσο απορροφημένοι στα καθημερινά που δε καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει και κάτι άλλο πέρα απ’ αυτά.


Πόσο μάλλον όταν κάνουμε κάτι δύσκολο, όπου χάνουμε για λίγο τον εαυτό μας, το εγώ μας, ώστε να το ξαναβρούμε ανανεωμένο και δυνατό. Αυτά που μένουν κι είναι ολόδικά μας, είναι αυτά που κερδίζουμε με κόπο και ιδρώτα. Αξέχαστες εμπειρίες, συναισθήματα, εντυπώσεις, σκέψεις, φιλίες. Αυτές οι εμπειρίες μας δοκιμάζουν, μας φέρνουν στα όρια μας και πέρα απ’ αυτά, μας βοηθούν να δούμε ξεκάθαρα τη ζωή. Να εκτιμήσουμε περισσότερο την κάθε στιγμή που περνάμε με την οικογένεια και τους φίλους μας.


Το τρέξιμο μας επανατοποθετεί στις αρχέγονες ρίζες μας. Πριν χιλιάδες χρόνια οι πρώτοι πρόγονοι μας κυνηγούσαν θηράματα για να επιβιώσουν οι ίδιοι αλλά και οι οικογένειές τους. Σήμερα αν και το κυνήγι δε μας χρειάζεται για να επιβιώσουμε, το τρέξιμο μας φέρνει κατά κάποιον τρόπο κοντά στις ίδιες επάλξεις. Τι κι αν δεν κυνηγάμε ελάφια, λαγούς και αγριογούρουνα. Κυνηγάμε χρόνους, στόχους αλλά κυρίως κυνηγάμε αυτό που βρίσκεται έξω από τους τέσσερις τοίχους της καθημερινότητάς μας.

 



Για ένα συστηματικό δρομέα το τρέξιμο δεν είναι ένα χόμπι που γίνεται περιστασιακά. Είναι τρόπος ζωής. Όταν σηκώνεσαι χαράματα για να τρέξεις αψηφώντας την κούραση, τη νύστα, το κρύο, τότε το τρέξιμο είναι τρόπος ζωής. Σε κτίζει και σε καθορίζει ως άνθρωπο. Σου δίνει τη δύναμη να υπερβείς τον εαυτό σου και τα όρια σου.


Όταν τρέχουμε είμαστε ελεύθεροι. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, το τρέξιμο μας ελευθερώνει από την καθημερινότητα κι από τα στενά όρια του χώρου που ζούμε. Η πάλη που γίνεται μεταξύ ύλης και πνεύματος είναι απελευθερωτική. Ίσως επειδή όταν τρέχουμε τα πράγματα είναι απλά, ξεκάθαρα και ουσιώδη. Όταν κάποιος με ρωτήσει ξανά να του πω μόνο ένα λόγο γιατί να βασανίζομαι μέσα στα βουνά και στα λαγκάδια, μέσα στη βροχή και στο κρύο για πολλά χιλιόμετρα μέχρι να μου βγει η ψυχή, θα του έλεγα επειδή έτσι είμαι ελεύθερος.


Και κάτι τελευταίο. Θα τον παρακαλούσα αντί να με βλέπει σαν ταλαιπωρημένο και σακάτη να με δει σαν έναν άνθρωπο που αναμετρήθηκε με τα στοιχεία της φύσης και κυρίως με τον εαυτό του και βγήκε νικητής. Σαν έναν άλλο «Οδυσσέα» που γύρισε από το υπερπόντιο ταξίδι πίσω στη γλυκιά του πατρίδα.

 

Γιώργος Γρηγορίου

 

 



Σχετικά Άρθρα