Οι πυρκαγιές που έκαψαν μεγάλες εκτάσεις τροπικών δασών στην Ινδονησία το 1997, απελευθέρωσαν στην ατμόσφαιρα ποσότητα άνθρακα όση απορροφά σε έναν ολόκληρο χρόνο η βιόσφαιρα του πλανήτη. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα ερευνών που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα, οι φωτιές που κατέστρεψαν χιλιάδες στρέμματα τροπικής βλάστησης και η καύση τύρφης που εξακολούθησε τους επόμενους μήνες, αποδέσμευσαν 2,6 δισεκατομμύρια γιγατόνους άνθρακα – κυρίως με την μορφή διοξειδίου του άνθρακα (CO2) - στην ατμόσφαιρα.
Μια ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής την Susan Page από το Πανεπιστήμιο του Leicester της Αγγλίας, διεξήγαγε έρευνα επιχειρώντας να εκτιμήσει την ποσότητα του άνθρακα που εκλύθηκε στην ατμόσφαιρα μετά πυρκαγιές του 1997 στην Ινδονησία και τις ενδεχόμενες συνέπειες στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Τα συμπεράσματα των επιστημονικών ερευνών που δημοσιεύτηκαν σε άρθρο του περιοδικού “Nature” τον Νοεμβρίου καταλήγουν, ότι «αυτές οι φωτιές υπήρξαν ο κυριότερος παράγοντας που συντέλεσε στην απότομη αύξηση συγκεντρώσεων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, που παρατηρήθηκε το 1998».

Από το 1997 ως το 1998, τα ποσοστά CO2 στην ατμόσφαιρα σχεδόν διπλασιάστηκαν, από 3.2 γιγατόνους ανά ημερολογιακό έτος σε 6.0 γιγατόνους, η υψηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί ποτέ.
Το μεγαλύτερο μέρος του CO2 που εκλύθηκε από τις πυρκαγιές στα δάση της Ινδονησίας, προήλθε, όχι από την καύση των δέντρων, αλλά των τυρφώνων που εξακολούθησαν να σιγοκαίγονται επί μήνες, χάνοντας 25-85 εκατοστά από το ύψος τους.
Οι τροπικοί τυρφώνες αποτελούν τα μεγαλύτερα εδαφικά αποθέματα οργανικού άνθρακα. Η τύρφη είναι είδος ορυκτού άνθρακα που προήλθε από ατελή απανθράκωση φυτικών οργανισμών (χώμα πλούσιο σε στερεή, αποσυνθεμένη βλάστηση). Τυρφώνες όπως αυτοί που βρέθηκαν στην Ινδονησία, συνήθως συντηρούνται από ελώδη δάση με οργιώδη βλάστηση, που βρίσκονται πάνω από τα αποθέματα τύρφης και μπορεί να φτάνουν σε πάχος τα 20 μέτρα.
Όταν τα δάση εκχερσώνονται, γίνεται αποστράγγιση και δεν υπάρχει υγρασία, οι τυρφώνες γίνονται εύφλεκτοι – όπως αποδείχτηκε στην περίοδο ξηρασίας του 1997 (φαινόμενο El Nino).
Με την χρήση φωτογραφιών από δορυφόρο μιας έκτασης 2.5 εκατομμυρίων εκταρίων, που αποτελεί αντικείμενο μελέτης, στην περιοχή του Κεντρικού Kalimantan στο Βόρνεο, πριν και μετά τις πυρκαγιές του 1997, οι ερευνητές υπολόγισαν ότι περίπου 32% ή 800.000 εκτάρια τροπικού δάσους κάηκαν. Οι τυρφώνες υπολογίζεται ότι εκτείνονταν στα 91.5% της καμένης γης ή 730.000 εκτάρια.
«Πραγματοποιώντας εδαφικές μετρήσεις του βάθους της καμένης τύρφης, υπολογίσαμε ότι 0.19-0.23 γιγατόνοι (Gt) άνθρακα εκλύθηκαν στην ατμόσφαιρα μέσω της καύσης της τύρφης και 0.05 Gt από την καύση της επιφανειακής βλάστησης» έγραψε η ομάδα ερευνητών στο άρθρο του περιοδικού “Nature”. «Επεκτείνοντας τους υπολογισμούς σε ολόκληρη την Ινδονησία, εκτιμούμε ότι μεταξύ 0.81 και 2.57 Gt άνθρακα απελευθερώθηκαν συνολικά στην ατμόσφαιρα το 1997, σαν συνέπεια της καύσης της τύρφης και της βλάστησης», ποσότητα ίση με το 13-40% του μέσου όρου των ετήσιων εκπομπών άνθρακα, που οφείλεται στην χρήση καύσιμων υλών σε όλο τον κόσμο.
Το CO2 που απελευθερώθηκε από τις πυρκαγιές στην Ινδονησία, ήταν περισσότερο από την ποσότητα του άνθρακα που απορροφούν και αφομοιώνουν οι ζωντανοί οργανισμοί της Γης –συλλογικά γνωστοί ως βιόσφαιρα– μέσα σε έναν χρόνο.
Οι φωτιές του 1997 ήταν κατά συνέπεια υπεύθυνες για την μεγάλη αύξηση των εκπομπών CO2 που παρατηρήθηκε μεταξύ 1997-1998 (η μεγαλύτερη ετήσια συγκέντρωση CO2 στην ατμόσφαιρα, σύμφωνα με τους ερευνητές, από την πρώτη καταγραφή το 1957).
Οι περίοδος των πυρκαγιών το 1997 και 1998 στην Ινδονησία ήταν εξοντωτική, καταστρέφοντας 10 εκατομμύρια εκτάρια των εθνικών δασών της χώρας, αναγνωρισμένων σαν ένα από τα παγκόσμια κέντρα βιοποικιλίας.
Περισσότεροι από 20 εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν εκτεθειμένοι στον εξαιρετικά μολυσμένο αέρα, που είχε σαν επιπτώσεις τα μακροχρόνια και οξεία προβλήματα υγείας. Σχολεία και επιχειρήσεις παρέμειναν κλειστά στην Μαλαισία και οι αρχές συμβούλεψαν τον πληθυσμό να μην κυκλοφορεί.
Το πρόβλημα, δεν οφείλεται μόνο στην ξηρασία, συνακόλουθο του El Nino. Οι φωτιές στα δάση, συνήθως από ανθρώπινο χέρι, οι εκχερσώσεις δασών για καλλιέργειες και η αύξηση της υλοτομίας, ήταν τα σημαντικότερα προβλήματα το έτος 2000.

Οι πυρκαγιές αυτές κατέστρεψαν το φυσικό περιβάλλον μιας ποικιλίας ειδών υπό εξαφάνιση, όπως αρκούδες, ελέφαντες, ρινόκεροι, τίγρεις και ουραγκουτάγκοι. Σύμφωνα με την Birute Galdikas, ζωολόγο που ξεκίνησε την έρευνα της για τον ουραγκουτάγκο το 1971, ο πληθυσμός τους στο Ινδονησιακό Βόρνεο μειώθηκε κατά το ήμισυ την περασμένη δεκαετία, εν μέρει λόγω των πυρκαγιών αλλά και της υλοτομίας και μετάλλευσης.
Εκτός από τις καταστροφικές συνέπειες των πυρκαγιών των τροπικών δασών στην βιοποικιλία, οι ερευνητές πρέπει να λάβουν υπόψη την επίδραση των συγκριτικά μικρών εστιών φωτιάς, σε ολόκληρο τον πλανήτη, μέσω της συμβολής τους στην αλλαγή του παγκόσμιου κλίματος.
Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι «...είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ψηλά η στάθμη του νερού στα τροπικά δάση, για να προστατέψει τα αποθέματα της τύρφης και να διευκολύνει την μελλοντική απομάκρυνση του άνθρακα από την ατμόσφαιρα».
Αυτή η τοποθέτηση επαναλαμβάνεται σε έκθεση που συνοδεύει το άρθρο της ερευνητικής ομάδας της Susan Page στο “Nature” και υπογράφεται από δυο επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Ατμοσφαιρικών Ερευνών των ΗΠΑ.
Οι ερευνητές, David Schimel και David Baker, σημειώνουν ότι η Susan Page και οι συνεργάτες της αποκάλυψαν ότι «απροσδόκητα γεγονότα μπορούν να έχουν υπολογίσιμες επενέργειες στον κύκλο του άνθρακα».

«Τα περισσότερα συστήματα παρατήρησης και τα μοντέλα στρατηγικού σχεδιασμού θεωρούν ως δεδομένο ότι για να επηρεαστεί ο κύκλος του άνθρακα, τα γεγονότα πρέπει να έχουν μεγάλη έκταση (χιλιάδων τετραγωνικών χιλιόμετρων ή και περισσότερο)» συνεχίζουν. «Ειδικά στις περιοχές με μεγάλη πυκνότητα άνθρακα, ακόμα και καταστροφικά συμβάντα που επηρεάζουν μικρή έκταση μπορούν να έχουν τεράστιες συνέπειες στην παγκόσμια ισορροπία του άνθρακα».
Οι πυρκαγιές στην Ινδονησία, αποδεικνύουν ότι η προσπάθεια μείωσης των συγκεντρώσεων των αερίων του θερμοκηπίου, που ευθύνονται για την υπερθέρμανση του πλανήτη, πρέπει να επικεντρωθεί όχι μόνο στην μείωση των εκπομπών άνθρακα, που οφείλονται στον ανθρώπινο παράγοντα (ρύποι εργοστασίων και μονάδων παραγωγής ενέργειας, εξατμίσεις οχημάτων), αλλά και στην διαφύλαξη των αποθεμάτων του ορυκτού άνθρακα και των τυρφώνων, όπως εκείνων των τροπικών δασών.
Αν η τύρφη των τροπικών δασών εξακολουθήσει να καταστρέφεται από την υλοτομία, τα έργα ανάπτυξης και τις φωτιές, «θα υπάρξει μια διαρκής έκλυση άνθρακα μέσω της αποσύνθεσης των εκτεθειμένων επιστρωμάτων τύρφης, που θα θέσει αυτά τα μεγάλα αποθέματα άνθρακα σε περαιτέρω κίνδυνο» καταλήγει η Page και οι συνεργάτες της.